βάρδοι

βάρδοι, οἱ,
A poets of the Celts, bards, Posidon.23, D.S.5.31, Str.4.4.4.
II βάρδος, , sumpter animal, BGU276.11 (iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάρδοι — poets of the Celts masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάρδους — βάρδοι poets of the Celts masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BARDI — I. BARDI apud Celtas et Britannos Poerae erant, qui fortia clarorum virorum facta versibus Heroicis celebrabant, dulcibusque lyrae melodiis ad exhilarandos in conviviis virorum animos, decantabant. Unde Lucanus, l. 1. v. 447. Vos quoque qui… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Barde — Als Barden (altkeltisch Bardos, irisch und schottisch gälisch Bard, walisisch Bardd, bretonisch Barzh) bezeichnet man im deutschsprachigen Raum Dichter und Sänger des keltischen Kulturkreises. Die früheste Erwähnung keltischer Barden findet sich… …   Deutsch Wikipedia

  • Галльский язык — Страны: Галлия Вымер: VI век …   Википедия

  • παραμύθι — Λαϊκή διήγηση στην οποία προέχει το θαυμαστό και το φανταστικό και που έχει για πρωταγωνιστές όντα υπεράνθρωπα, νεράιδες, στρίγκλες, μάγους, δράκους, γίγαντες και, οπωσδήποτε, πρόσωπα ικανά, μέσω μαγικών αντικειμένων ή προσωπικής δύναμης, για… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Γκάνα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γκάνα Παλαιότερη ονομασία: Χρυσή Ακτή Έκταση: 238.538 τ. χλμ. Πληθυσμός: 19.361.000 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Άκρα (1.605.500 κάτ. το 2002)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει Δ με την Ακτή Ελεφαντοστού, Β και ΒΔ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Μουσική — ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Είναι γνωστό ότι η καταγωγική περιοχή της αρχαίας ελληνικής ποίησης βρίσκεται στις θρησκευτικές τελετουργίες. Ωστόσο, το κύριο σώμα της λυρικής ποίησης χαρακτηρίζεται από έναν ανεξάρτητο χαρακτήρα την εποχή κατά την οποία… …   Dictionary of Greek

  • Οσσιανός — Όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο Όισιν, θρυλικός γαελικός ποιητής και πολεμιστής του 3ου αι., γιος του Φιν (ή Φΐνγκαλ). Ο λεγόμενος κύκλος του O., που διατηρήθηκε κατά ένα μέρος σε μερικά χειρόγραφα του 12ου 16ου αι., περιλαμβάνει μια σειρά από… …   Dictionary of Greek

  • βάρδος — ο (λ. ιταλ.), τραγουδιστής, ποιητής: Οι βάρδοι ήταν πρόσωπα αγαπητά στην Ευρώπη της αναγέννησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.